Ο Δημήτρης Τσιόδρας είναι δημοσιογράφος, εργάστηκε επί 17 χρόνια στην Ελευθεροτυπία και ζει στο Παγκράτι από τα φοιτητικά του χρόνια. Η γειτονιά εδώ και δεκαετίες άρχισε να γίνεται πολύχρωμη. Αλβανικά, ρώσικα, πακιστανικά, αιγυπτιακά ακούς στο άλσος, στο σούπερ μάρκετ, στους δρόμους. “Ο Ούγκο, ο Κρίς, η Αϊσέ, ο Χασάν, η Χάνα, ο Σεργκέϊ…. παιδιά που στέκονται δίπλα μας στη στάση του λεωφορείου, είναι συμμαθητές και φίλοι του γιού και της κόρης μας. Έχουν τα ίδια άγχη και τα ίδια όνειρα με τα δικά μας παιδιά. Αλλά ζουν συνήθως σε πιο δύσκολες οικονομικές συνθήκες κι έχουν ένα πρόβλημα παραπάνω: τον τρόπο αντιμετώπισής τους από ένα τμήμα της κοινωνίας” λέει ο Δημήτρης. “Δεν είναι μόνο οι δηλωμένοι ρατσιστές και φασίστες. Είναι κι εκείνοι που αντιδρούν όταν πρόκειται κάποιος γιός ή κόρη μετανάστη κάτσει στο διπλανό θρανίο, παρελάσει με την ελληνική σημαία, πάρει υποτροφία ή διακριθεί” συνεχίζει.

Η Ελλάδα, μια χώρα που σχεδόν κάθε οικογένεια έχει κι ένα μετανάστη, μετά το 1990 έχει γίνει χώρα υποδοχής μεταναστών. Άνθρωποι που στη συντριπτική πλειοψηφία τους, δουλεύουν, προκόβουν, μεγαλώνουν τα παιδιά τους, έχουν κάνει τη χώρα μας δεύτερη πατρίδα τους. Και για τα παιδιά τους έχει γίνει πρώτη, μιας και δεν έχουν γνωρίσει άλλη. Η ταλαιπωρία για να πάρει κάποιος την ελληνική ιθαγένεια μεγάλη. “Εκτός κι αν κατορθώσεις να διαπρέψεις σε κάποιο άθλημα. Τότε ακόμη και οι πόρτες του Μεγάρου Μαξίμου είναι ανοιχτές” λέει ο Δημήτρης.

Η κοινωνία μας πρέπει να δώσει ταυτότητα σε αυτά τα παιδιά – και δεν εννοούμε μόνο ένα χαρτί αν και αυτό είναι απαραίτητο για αρχή. Πρέπει να αποκτήσουν ελληνική ταυτότητα, να νιώσουν υπερηφάνεια για την νέα τους πατρίδα, να έχουν ρόλο. Όπως γίνεται στις ΗΠΑ, στη Γαλλία, στη Βρετανία, στη Γερμανία. Οι εξαιρέσεις δεν αλλάζουν τον κανόνα. Αν δεν συμβεί αυτό η Ελλάδα της υπογεννητικότητας θα ζήσει σε λίγα χρόνια πολλούς νέους εμφυλίους.

Φωτογραφία: Αφροδίτη Χουλάκη

Ο Δημήτρης Τσιόδρας είναι δημοσιογράφος, εργάστηκε επί 17 χρόνια στην Ελευθεροτυπία και ζει στο Παγκράτι από τα φοιτητικά του χρόνια. Η γειτονιά εδώ και δεκαετίες άρχισε να γίνεται πολύχρωμη. Αλβανικά, ρώσικα, πακιστανικά, αιγυπτιακά ακούς στο άλσος, στο σούπερ μάρκετ, στους δρόμους. “Ο Ούγκο, ο Κρίς, η Αϊσέ, ο Χασάν, η Χάνα, ο Σεργκέϊ…. παιδιά που στέκονται δίπλα μας στη στάση του λεωφορείου, είναι συμμαθητές και φίλοι του γιού και της κόρης μας. Έχουν τα ίδια άγχη και τα ίδια όνειρα με τα δικά μας παιδιά. Αλλά ζουν συνήθως σε πιο δύσκολες οικονομικές συνθήκες κι έχουν ένα πρόβλημα παραπάνω: τον τρόπο αντιμετώπισής τους από ένα τμήμα της κοινωνίας” λέει ο Δημήτρης. “Δεν είναι μόνο οι δηλωμένοι ρατσιστές και φασίστες. Είναι κι εκείνοι που αντιδρούν όταν πρόκειται κάποιος γιός ή κόρη μετανάστη κάτσει στο διπλανό θρανίο, παρελάσει με την ελληνική σημαία, πάρει υποτροφία ή διακριθεί” συνεχίζει.

Η Ελλάδα, μια χώρα που σχεδόν κάθε οικογένεια έχει κι ένα μετανάστη, μετά το 1990 έχει γίνει χώρα υποδοχής μεταναστών. Άνθρωποι που στη συντριπτική πλειοψηφία τους, δουλεύουν, προκόβουν, μεγαλώνουν τα παιδιά τους, έχουν κάνει τη χώρα μας δεύτερη πατρίδα τους. Και για τα παιδιά τους έχει γίνει πρώτη, μιας και δεν έχουν γνωρίσει άλλη. Η ταλαιπωρία για να πάρει κάποιος την ελληνική ιθαγένεια μεγάλη. “Εκτός κι αν κατορθώσεις να διαπρέψεις σε κάποιο άθλημα. Τότε ακόμη και οι πόρτες του Μεγάρου Μαξίμου είναι ανοιχτές” λέει ο Δημήτρης.

Η κοινωνία μας πρέπει να δώσει ταυτότητα σε αυτά τα παιδιά – και δεν εννοούμε μόνο ένα χαρτί αν και αυτό είναι απαραίτητο για αρχή. Πρέπει να αποκτήσουν ελληνική ταυτότητα, να νιώσουν υπερηφάνεια για την νέα τους πατρίδα, να έχουν ρόλο. Όπως γίνεται στις ΗΠΑ, στη Γαλλία, στη Βρετανία, στη Γερμανία. Οι εξαιρέσεις δεν αλλάζουν τον κανόνα. Αν δεν συμβεί αυτό η Ελλάδα της υπογεννητικότητας θα ζήσει σε λίγα χρόνια πολλούς νέους εμφυλίους.

Φωτογραφία: Αφροδίτη Χουλάκη